Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Οδυσσέας

Άνδρα μοι έννεπε Μούσα πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσεν... (ακολουθεί έπος ολόκληρο). Έτσι ξεκίνησε ο Όμηρος την ιστορία του για τον Οδυσσέα. Έτσι ξεκινάω κι εγώ το κείμενο μου. Μην ανησυχείτε. Δεν είναι ολόκληρο βιβλίο, ούτε (δυστυχώς) θα διδάσκεται στα σχολεία. Απλά θέλω να πω δύο λόγια για έναν άνθρωπο, που πραγματικά θεωρώ διαχρονικό αντρικό πρότυπο. Για έναν άνθρωπο που η ζωή του ήταν ένα έπος στην κυριολεξία. Τον θαυμάζω.

Τόσο για την ιδιοσυγκρασία του, όπως τον είδαμε και στην Ιλιάδα και στη Οδύσσεια, όσο και για την πολυτάραχη ζωή του. Αν πρόσεχες στην τάξη θα θυμάσαι ότι είχε δώσει σεμινάρια με τη συμπεριφορά του ως προς τη συμπεριφορά. Αν πάλι θα το παρακολουθήσεις φέτος, έχε το νου σου. Θα μάθεις πολλά. Ο άνθρωπος ζούσε την κόλαση ενός δεκάχρονου πολέμου, αλλά δε λύγισε πουθενά. Πάντα πίστευα ότι ήταν ο πιο ακέραιος και ολοκληρωμένος χαρακτήρας.

Αγαμέμνονας, είχε την εξουσία. Αχιλλέας, ο ορισμός της γενναιότητας και του πολεμιστή. Νέστορας, ο σοφότερος και γηραιότερος (δεν ήταν τυχαίο που με αυτόν είχε καλύτερη συνεργασία ο περί ου ο λόγος). Μενέλαος, ο επίσημος κερατάς. Και η λίστα πάει λέγοντας. Ένας, όμως ήταν αυτός που συνδύαζε τη γενναιότητα και την τόλμη με το «φύλα τα ρούχα σου». Τη διπλωματία με την ευθύτητα. Και φυσικά το, κατ’ εμέ, σημαντικότερό του χάρισμα. Καθαρή σκέψη, που, σε συνδυασμό με την πονηριά του, έδωσε τη νίκη στους Αχαιούς. Το ότι άργησε κομματάκι να το σκεφτεί, είναι αλήθεια. Το σκέφτηκε όμως. Δεν ήταν σαν τους άλλους γνήσιους Ελληνάρες, που τρώγονταν με κάθε πιθανή ευκαιρία. Από τα λάφυρα μέχρι και τις αιχμάλωτες.

Ξεχνιέται ο θυμός του Αχιλλέα; Και ας δεχτούμε ότι έτσι ήταν το παιχνίδι. Έπρεπε ο Αγαμέμνονας να πάρει τη Βρισηίδα. Πάλι, δεν είναι δυνατό να γίνεται τέτοιο θέμα και ο Οδυσσέας να καταφέρνει να τα έχει καλά και με τους δύο. Δε λέω, δεν ήταν όποια όποια η κορασίς. Κόρη του Αρχιερέα. Το 2ο καλύτερο λάφυρο. (Πρώτη ήταν η Χρυσηίδα, κόρη του βασιλιά της Χρύσας που λεηλάτησαν οι Αχαιοί και τη ζήτησε πίσω ο πατέρας της και δεν του τη έδωσε ο Αγαμέμνονας και τους έστειλε λοιμό ο Απόλλωνας και πείστηκε ο boss και τη στείλανε πάλι πίσω με αντιπροσωπεία που μέσα για άλλη μια φορά ο Οδυσσέας κλπ, αλλά το gossip αυτό δεν κολλάει με το θέμα). Αλλά όπως και να είναι, ο Αχιλλέας το άξιζε να διαλέξει όποια ήθελε. Κατάλαβες; Τόσα χρόνια πόλεμος και να πάει στράφι για μια σκλάβα. {Ο Οδυσσέας από Ιθάκη αφιερώνει στον Αχιλλέα από Φθία το «Όλα για το φουστάνι, που τη ζημιά την κάνει». Αλλά ούτε και αυτό κολλάει}. Ποίος έτρεχε να συμβιβάσει τα πράγματα τότε; Ο Οδυσσέας φυσικά. Διπλωμάτης ο άνθρωπος. Ήξερε να ζυγίζει καταστάσεις, και να παίρνει αποφάσεις. Εδώ κατά την επιστροφή του αρμένισε τη Μεσόγειο τόσες φορές. Έφτασε να κατέβει μέχρι τον Άδη. Ολόκληρη μυθολογία και τα καταφέρανε μόνο ο Ηρακλής (που ήταν και ημίθεος οπότε δε μετράει) και ο Ορφέας. Ε, ο άλλος ήταν ο δικός μας. Δύο θνητοί δεν είναι και μεγάλος αριθμός.

Είδες να τα βάλουν τόσοι Θεοί μαζί με έναν μόνο άνθρωπο σε δύο έπη; Μόνο με τον Οδυσσέα. Λογικό εδώ που τα λέμε. Δεν μπορεί να είσαι ο καλύτερος χωρίς να μπεις στη μύτη κάποιου. Αλλά και τι τράβηξε για να γυρίσει σπίτι του. Άλλα δέκα χρόνια ταξίδι. Και τι ταξίδι. Δεν του πήγανε και καλά τα πράγματα. Κακοκαιρίες, Κύκλωπες, έχασε όλο του το στρατό, ναυάγησε ουκ ολίγες φορές, δεν το έβαλε κάτω ποτέ. Άντ’ αυτού είχε και κουράγιο για «παιχνιδάκια». Το ‘πιασες το υπονοούμενο, έτσι; Ποια να πρωτοθυμηθώ. Κίρκη, Καλυψώ και πάει λέγοντας. Και όλες μια και μία. Δεν έριξε καμία «δευτεράτζα», όπως θα λέγαμε σήμερα. Η χειρότερη ήταν η Ναυσικά, κόρη του βασιλιά των Φαιάκων. Ο Όμηρος, βέβαια, δεν αναφέρει πουθενά ότι την κατάφερε. Σιγά μην τη γλίτωσε και αυτή όμως. Εδώ που τα λέμε, βασιλοπούλα βασιλοπούλα, αλλά δε βρίσκεις και κάθε μέρα ναυαγούς σαν τον Οδυσσέα στην παραλία σου. Σιγά μη δεν τον γούσταρε. Και με τα δίκια της η γυναίκα.

Και τέλος έρχεται το αγαπημένο μου. Η επιστροφή. Το γκραν φινάλε. Μπαίνει σπίτι του μετά από χρόνια είκοσι παρακαλώ, για να δει τους χαραμοφάηδες να του τρώνε την περιουσία και να κουτουπώνουν τη γυναίκα του. (Ο Όμηρος είπε ότι η Πηνελόπη απλά δεν παντρεύτηκε, όχι ότι δεν έκανε ένα δειγματοληπτικό έλεγχο. Πες ότι η γυναίκα αποφάσιζε να ενδώσει σε κάποιον. Γουρούνι στο σακί θα έπαιρνε; Σκέψου να διάλεγε τον πιο ρωμαλέο και να της έβγαινε με φιρφιρίκο μεγέθους στριφτού τσιγάρου. Το ασχολίαστο, βέβαια, είναι αυτό που λίγοι ξέρουν. Όπως προέκυψε κατά τη διάρκεια της έρευνας για το λεγάμενο, έμαθα ότι όλοι μα όλοι οι μνηστήρες ήταν σειρά του Τηλέμαχου. Πάνω κάτω δηλαδή. Κατάλαβες; Πιστή η Πηνελόπη αλλά και τεκνατζού. Παμ’ παρακάτω). Πιτσιρικάδες, λοιπόν, οι χαραμοφάηδες, και όταν αποφάσισε ο Οδυσσέας να βάλει λίγο τάξη, τι να σου κάνουν τα αμούστακα μπροστά στην «παλιοκαραβάνα». Δέκα χρόνια πόλεμος ήταν αυτός. Έμαθε να κουμαντάρει πολεμιστές και πολεμιστές. Δε θα τα έβρισκε σκούρα με κάτι πιτσιρίκια που ξέραν μόνο να κάνουν μαμ, κακά και νάνι από παλάτι σε παλάτι. Έτσι είναι. Ο νέος είναι ωραίος, αλλά πάντα κάθεται στου παλιού το ... (το κόβω μόνος μου για να μην κοπεί στη σύνταξη).

Αλλά ακόμα και σε αυτή τη δύσκολη στιγμή η λογική του επικράτησε. Κυρίευσε το θυμό (που προφανώς δεν ήταν λίγος), ώστε να μπει και να δει την κατάσταση. Πόσοι υπηρέτες του είχαν πάει με το μέρος των τεκνών, αν μπορούσε να τα βγάλει πέρα και, κυρίως, να δει τι έκανε η καλή του. Βία και αιματοχυσία ακολούθησε. Η δικαιοσύνη έλαμψε. Ακολουθεί η σκηνή της αναγνώρισης. Συγκινητική το λιγότερο. Από κει και πέρα ο Όμηρος δε συνέχισε. Έπος έγραφε ο άνθρωπος. Όχι Άρλεκιν. Φήμες βέβαια αναφέρουν ότι σαν καλό ζευγάρι πήγαν Σαντορίνη, γεγονός που συνδέεται με την έκρηξη του Ηφαιστείου. Δεν ξέρω όμως αν δικαιολογείται χρονικά.

Γι’ αυτό τον θαυμάζω. Μυαλωμένος, έξυπνος, πονηρός, με πείσμα και θάρρος. Διεκδίκησε τα υπάρχοντα του και τη γυναίκα του και δε δίστασε στιγμή να παλέψει. Με μία λέξη: Αντρας. Ό,τι άλλο και να πω θα είναι λίγο.

Το ειρωνικό της Ιστορίας είναι ότι δεν είναι αποδεδειγμένα υπαρκτό πρόσωπο. Δεν έχει βρεθεί ποτέ τίποτα που να μπορεί να συνδεθεί με την ομηρική Ιθάκη. Υπάρχει η άποψη ότι είναι μύθος. Ή ότι το βασίλειό του δεν ήταν αρκετά πλούσιο για να μπορέσει να χτιστεί πέτρινο παλάτι. Ότι ήταν απλά κεραμικό ή κάτι τέτοιο. Ίσως, κάλλιστα, να ψάχνουν σε λάθος μέρος τόσα χρόνια. Πράγμα που είναι και το πιθανότερο. Εμένα πάντως μου αρέσει να πιστεύω, ότι κάποια πονηριά έκανε πάλι, για να μην μπορούμε να βρούμε τίποτα και να μιλάμε γι’ αυτόν κάτι λιγότερο από τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια μετά.


Φωτογραφία από http://www.illusionsgallery.com/

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Απόκριες στο Κλαμπίδι

Απόκριες μας έφτασαν εμπρός βήμα ταχύ
Τις μάσκες να φορέσουμε να πάμ' όλοι μαζί
Σε κλαπμ καλό με είσοδο που 'ναι πληρωμένη
Από προχθές 'κοσάρικα καλά κανονισμένη
Να πιούμε τα ουίσκια μας, τις βότκες, κόκα-κόλες
Πορτοκαλάδες και χυμούς από λεμόνια ή σόδες

Το μέρος είναι, λέει, καλό, με κόσμο χάι και πρώτο
Καλή ο DJ μουσική παίζει, χωρίς σκόντο.
Και μπαίνω μέσα ανύποπτος καλέ μου ακροατή
Στο χώρο των επίσημων των Βι, των Άι, των Πι.
Κι αισθάνθηκα, πως να στο πω, μούρης τρελλός, χλιδάτος
Που να 'ξερα πως σύντομα θα μου φευγε ο τάκος.

Ο χώρος είναι ευχάριστος κι η μουσική ανετίλα
Λέω κι εγώ: “Δε θα ερχόμασταν σε μαγαζί ξεφτίλα”.
Γκαρσόνα γλυκομίλητη, κοντή, καλοσυνάτη
Ήρθε να παραγγείλουμε, μα δε μου γέμισε το μάτι.
Ανησυχία μ' έπιασε, μήπως και δεν αντέξει
Το βάρος της παραγγελίας μας, κι ούισκος της πέσει.
Με διέψευσε όμως εύκολα και τα 'φερε η κοπέλα
Μαζί με πάγο σε κουβά και χόρευε με τρέλλα.

Τα νέα όμως τα κακά τότε θα αρχίζαν
Και σύννεφα τον ουρανό του κλαμπ θα εμαυρίζαν
Τι μάρκα παραγγείλαμε ουίσκι δε μας νοιάζει
Αφού το περιεχόμενο μάλλον σε ξύδι μοιάζει
Και ξύδι όχι απ' το καλό, μπαλσάμικο και τέτοια
Μον' ήταν από το φτηνό για ζόρικα σεκλέτια

Αυτό που δίνουν μαγαζιά κακόφημα, αντεργκράουντ
Που πας στις αγαμίες σου για εύκολο ριμπάουντ.
Ερωτηματικό πελώριο, τεράστιο δίχως άλλο
Πάνω απ' το κεφάλι γεννήθηκε μεγάλο.
Και με κυρίεψε που λες μία βαθειά απορία
Κι ευθύς αμέσως έτρεξα να κάνω φασαρία.
Το ουίσκι το σκωτσέζικο αγάπη μόνο θέλει
Θερμοκρασία τη σωστή, για να 'χει γεύση μέλι.
Μα το ποτήρι μου έπεσε καθώς εσηκωνόμουν
Κι άμα δεν έπεφτα κι εγώ, στάνταρ θα σκοτωνόμουν.

Αντί για ουίσκι ακροατή γεμίσαν τη φιάλη
Με κάτι επικίνδυνο, μπόμπα το είπαν άλλοι.
Οπότε λέω “Ξέχνα το, ο κίνδυνος δε λέει
Ας πιούμε τώρα κανα δυο το κέφι για να ρέει”.

Μ' αυτό που ξέχασα να πω ήτανε πως στο δρόμο
Μια κοπελιά ανήλικη κουβάλησα στον ώμο.
Απ' το ποτό αναίσθητη. Τα είχε ανακατώσει.
Γι αυτό λοιπόν τα μέσα της στο δρόμο είχε στρώσει.
Και λίγο που λερώθηκα, κει στου χεριού την άκρη
Σκέφτηκα πως θα το 'πλενα στο μαγαζί λιγάκι.

Μα όπως λέν λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο
Και πήγα στον απόπατο με το μυαλό να το 'χω
Να σκέφτεται πόσο είναι όμορφα τα χέρια τα πλυμμένα
Με το σαπούνι και νερό καλά ξεβρωμισμένα.
Μα τρεις αλί γελάστηκα, δε μ' ήθελε η τύχη,
Με τη βρωμιά θα έμενα κάτω από το νύχι.

Παρόλο που ήτανε νωρίς το κλαμπ ότι είχε ανοίξει
Να 'χουν σαπούνια και χαρτιά δεν είχαν μεριμνήσει
Σε υποδοχές κατάλληλες που 'ναι γι αυτό το λόγο
(Και στις Καλλιόπες για χαρτί δεν κάνω ούτε λόγο).
Ακροπατώντας έτρεξα, λες και φορούσα γόβα
Στις γυναικείες χώθηκα και έκλεψα βιλανόβα.
Αφού τα χέρια μου έπλυνα, και μύριζαν λεβάντα
Μία κοπέλα πρόσεξα που κράταγε την τσάντα
Έτοιμη στο χέρι της, να μου την κατεβάσει
Στα αχαμνά αφού γι ανώμαλο αυτή μ' είχε περάσει.
Όμως αυτό δε μ' ένοιαξε κι έτρεξα πάλι πίσω,
Εις το τραπέζι το καλό, γρήγορα να μεθύσω.

Και γύρισα χαρούμενος γιατί μέχρι να ουρήσω
Κόσμος το κλαμπ εγέμισε από μπροστά ως πίσω.
Και λέω τώρα πως γιορτή ζόρικη θα αρχίσει
Χορό, ποτό και μουσική ο τόπος θα γεμίσει.

Όμως αυτό που πρόσεξα πριν από τα τραγούδια
Ήτανε το ντύσιμο που είχαν τα κοριτσούδια.
Όχι φτηνό, ούτε ξέκωλο, καλό ή προσεγμένο
Μηδέ αμπιγιέ ούτ' ακριβό ή καλοταιριασμένο.
Αποκριάτικες στολές φοράγανε καμπόσες
Μ' αυτό δεν ήταν πρόβλημα, ούτε ότι ήταν γκιόσες.
Κοιτώντας τες, το πρόβλημα εγώ ο έρμος που 'χα
Ήταν πως ντύθηκαν τρελλά με τα δικά τους ρούχα.
Τα ρούχα που καθημερ'νά φοράνε για να βγούνε
Για τη δουλειά ή στον γκόμενο να παν' να κοιμηθούνε.
Με το καλό τους φόρεμα, την μπλούζα ή πουκαμίσσα
καλσόν, κολάν ή αξεσουάρ και κιτσαρία περίσσια
Χωρίς ντροπή οι ξεδιάντροπες έτσι κυκλοφορούνε
Και τον υπόλοιπο καιρό πριν καρναβαλιστούνε.
Με μια περούκα διαφορά, μία μάσκα ή γυαλαμπούκα
Έτσι όπως ήταν έπρεπε να κάνουνε μία μπούκα
Της μόδας ειδικοί φρουροί, ζητάδες, ματατζήδες
Καμπόσες να μαζέψουνε γοργά απ' τις κοτσίδες.
Για παραβάσεις να 'κοβαν, κλήσεις κατά χιλιάδες
Να μάθουν γούστο τι θα πει, ετούτες οι κυράδες.

Μα παρακάτω πριν σας πω, πως τέλειωσε η βραδιά μου
Τμήμα αλλάζω γρήγορα σ' αυτό το ποίημά μου.
Τραγούδι θα ακούσετε κι ύστερα θα γυρίσω
Να πω και για τη μουσική. Πήγα ν' αυτοκτονήσω.

Η μουσική που στην αρχή άνετη την είπα
Στο τέλος εξελίχτηκε σε μια μεγάλη ήττα.
Ουδέ ποτέ μου άρεσε η μουσική η μπιτάτη
Μα όταν σε κλαμπ επήγαινα για φίλων το γινάτι
Πάντα είχα την υπομονή για να τους κάνω χάρη
Ν' ακούω κομμάτια βαρετά που άλλοι έχουν καμάρι.
Τους έβλεπα πως γούσταραν σαν κάναν πως χορεύαν
Ψηλά τα χέρια σήκωναν και γκόμενες ψαρεύαν.
Μα κι αν αυτές δεν κάθονταν, να επέλθει η συνουσία
Σαν κάποια χαμογέλαγε πέφταν σε αφασία.
Επίσης φίλες μου καλές που μ' είχαν συνοδεία
Με τραγουδάκια ντάπα-ντουπ διασκέδαζαν κι αστεία.
Κι έτσι που 'μαι καλόβολος και φίλος απ' τους λίγους
Αν και δε χορευα κι εγώ, τραγούδαγα τους στίχους.

Μα τα κομμάτια που άκουσα, ήταν το κάτι άλλο
Χαζά λογάκια είχανε και μουσική στο διάλο.
Μόνο δυο-τρία ακούγονταν και ύστερα κανένα
Απ' τ' άλλο το ένα χειρότερο και τα ρεφρέν καμμένα.
Να μη σου τα πολυλογώ και τρώω τον καιρό σου
Τέσσερεις ώρες έκατσα, αν έχεις το Θεό σου.
Χαμογελώντας σα χαζός στον κάθε ένα κουτέντε
Από τη μία της νυχτιάς μέχρι πρωί στις πέντε

Ντου λέει να κάνεις για να μπεις μέσα στου κλαμπ τα μέρη
Ντου στα μωρά που σε κοιτούν αλλά και στον πορτιέρη.
Μπουμ-μπουμ θα θέλεις σαν τρελλός μα μόνο αν της αρέσει
Μπουμ-μπουμ θα συνεχίσετε ως να σου πέσει η μέση.
Δώς του κι αποκριάτικα, άκουγα όλη νύχτα
Χωρις χορό γιατί εκεί το μαγαζί ήταν πήχτρα.
Μόνο που δεν ακούσαμε “Καλην εσπέρα αρχόντοι”
Αν τον DJ έβλεπα θα του 'σπαγα το δόντι.
Κι ενώ γλυκά τραγούδαγε ο φίλος ο Πασχάλης
Κάτι για να παραδωθεί της έλεγε της άλλης
Χωρίς όρους κι αντίσταση να του παραδωθεί
Και να προσέξει γιατί αυτή μπορεί να πληγωθεί.

Κάπου εκεί παρέδωσε κι αυτός που σας μιλάει
Το πνεύμα του και έψαχνε τρόπο για να περνάει
Την ώρα του μέσα εκεί όμορφα κι ωραία
Και με τη μία σκέφτηκε ετούτη την παρέα.
Στου active το ραδιόφωνο στο ιντερνετ που παίζει
Και των παραγωγών φωνές όμορφο έχουν γρέζι
Παρέα κάνουν και περνούν όμορφα βραδάκια
Αγαπημένοι όλοι μαζί αγόρια-κοριτσάκια.
Στυλό μπλοκάκι έπιασα και άρχισα να γράφω
Μαζί σας για να μοιραστώ ό,τι έμελε να πάθω
Εδώ να πω στην εκπομπή που σε πολλούς αρέσει
'Οπου ο Σωκράτης μπόλικος στο πρόγραμμα έχει πέσει.

Μαζί σας να το μοιραστώ τούτο το πόνημά μου
Κι ευχαριστώ που ακούσατε καλά το πάθημά μου.
Και να προσέχετε κι εσείς ό,τι κι αν κανονίσετε
Τις λεπτομέρειες νωρίς όλες να τις ρωτήσετε.

Γιατί εδώ ένας ποιητής μας φτάνει εκ του προχείρου
Παρόλο που 'ναι όμορφος χωρίς μορφή του χοίρου.
Η ώρα όμως πέρασε, πρέπει να σταματήσω
Της εκπομπής το πρόγραμμα ευθύς να συνεχίσω.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Το όνομα του γρόθου

Οι ψυχολόγοι διαχωρίζουν την επικοινωνία σε διάφορες υποκατηγορίες. Για την ακρίβεια και εάν δε με απατά -αυτή η χαμερπής και ξεδιάντροπη μοιχαλίδα- η μνήμη μου, είναι δύο. Η λεκτική και η μη λεκτική. Από εκεί και πέρα αυτές, δίνουν δικές τους ολοένα και περισσότερο εξειδικευμένες υποκατηγορίες.

Για παράδειγμα, λεκτική επικοινωνία είναι να φωνάξεις «Είσαι για πολλά κιλά…». Το ίδιο μπορείς να εκφράσεις και μη λεκτικά, κρατώντας τη γροθιά σου σφιγμένη, με τη ράχη της παλάμης σου να κοιτάει το μη λεκτικό συνομιλητή, με τον αγκώνα σε 90 περίπου μοίρες, το βραχίονα ακίνητο και να κάνεις κίνηση, περίπου σα να χτυπάς φραπέ.

Στη σημερινή και πολύ γλυκιά κατά τα άλλα ιστορία θα ασχοληθούμε με μια άλλη μορφή μη λεκτικής επικοινωνίας. Το γνωστό και μη εξαιρετέο «πες το με ένα λουλούδι». Αυτό ακριβώς που πήγε να κάνει και ο χριστιανός της φωτογραφίας. Δηλαδή δεν είναι ο χριστιανός στη φωτογραφία, αλλά η «ανθοκομική» φράση του. Και παράλληλα βλέπουμε μια άλλη, μη λεκτική (πλην αλλ’ όμως λακωνική και σαφέστατη) απάντηση.

Μην το παίρνεις στην πλάκα. Η φωτογραφία είναι αληθινή. Είναι ένα τριαντάφυλλο. Ένα ολόφρεσκο, κόκκινο, συσκευασμένο για δώρο τριαντάφυλλο. Και ναι, αυτό που βλέπεις γύρω από το τριαντάφυλλο είναι μία κίτρινη σακούλα απορριμμάτων. Να γίνω και πιο συγκεκριμένος; Είναι ένας κάδος, από αυτούς τους χωρισμένους στα τρία, που πετάς κάθε είδος (πλαστικό, αλουμίνιο, γυαλί, χαρτιά) χωριστά. Βρίσκεται στον Ελ. Βενιζέλο, και μάλιστα λίγο πριν την έξοδο Β15. Έφευγα για Κρήτη εκείνο το βράδυ που το είδα, κι από κει προκύπτει και ο τίτλος του άρθρου. Ξέρεις, στην Κρήτη «γρόθος» σημαίνει ότι σημαίνει και το «μηνάρας» στην Πάτρα. Τώρα αν δεν ξέρεις κανένα από τα δύο, τι να σου κάνω. Δεν μπορώ να γράψω «μαλάκας» φάτσα φόρα.

Η αλήθεια είναι ότι με συγκλόνισε. Σκηνοθέτησα τη σκηνή στο μυαλό μου. Αυτή,
όμορφη και γοητευτική, με αέρα και άψογο στυλ να ετοιμάζεται να φύγει. Αυτός, μια απ’ τα ίδια με μόνη διαφορά ότι κρατάει το τριαντάφυλλο και την κοιτάει. Δε θέλει να την αφήσει να φύγει, ούτε για μια στιγμή. «Ηρέμησε», του λέει, «είναι μόνο τρεις μέρες». Αυτός της δίνει το λουλούδι κι εκείνη το πλησιάζει στο πρόσωπο της. Δείχνει να απολαμβάνει το άρωμα. Τον κοιτάει γλυκά με ολίγον από συμπόνια. Του χαϊδεύει τρυφερά το μάγουλο. «Να έχεις ξυριστεί μέχρι να γυρίσω, ε;»

Αυτός γελάει και της κλείνει τα μάτια για «ναι». Τι γλυκός… Τον φιλάει και φεύγει. Κάθεται να τη χαζεύει μέχρι που στρίβει. Αυτή, έχει περάσει τον έλεγχο χειραποσκευών και κατευθύνεται προς την έξοδο. Πέρασε και το τριαντάφυλλο. Το κρατάει στο χέρι της μαζί με τις σακούλες από τα μαγαζιά του αεροδρομίου, τη χειραποσκευή, το νεσεσέρ, την τσάντα της, το βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αρχίζει και δυσφορεί. Δεν μπορεί να τα κουλαντρίσει όλα. Δύο χέρια έχει η γυναίκα. Τι να πρωτοκρατήσει;

Τυχαία μερικά ζευγάρια μάτια πέφτουν πάνω της. Πρώτα σ’ αυτήν και μετά στο λουλούδι. Άλλο την κοιτάει με ζήλια, άλλο περιπαιχτικά και άλλο συνωμοτικά. «Ρεντίκολο έχω γίνει με τον Δον Ζουάν του γλυκού νερού. Και να πεις ότι τα ‘χαμε κιόλας…;» Δε βαριέσαι. Και το βάζει στο καινούριο του «ανθοδοχείο». Λίγο αργότερα εκεί μέσα έπεσε το μπουκάλι από το νερό μου. Αμέσως μετά το βλέμμα μου. Δεν μπόρεσα να μην το φωτογραφήσω.

Κοίταγα τη φωτογραφία για αρκετή ώρα. Μέχρι και που μπήκα στο αεροπλάνο. Τότε, βέβαια, το ξέχασα γιατί είχα τη δικιά μου αγωνία. Πότε επιτέλους θα έφτανα, γιατί αυτό το ταξίδι το περίμενα πάρα πολύ καιρό.

Αλλά και πάλι, δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ένιωθα αν μάθαινα πως το δικό μου τριαντάφυλλο είχε βρεθεί στα σκουπίδια λίγα λεπτά αφότου το έδωσα. Κοίταξα, να σου πω την αλήθεια, μήπως είχε και καμιά κάρτα επάνω. Θα τη διάβαζα (και μετά θα έπλενα τα χέρια μου –εννοείται) μόνο και μόνο για να μάθω το όνομα αυτού που το έδωσε. Έτσι για να πιω ένα ποτό στην υγειά του κάποια στιγμή. Μπορεί να τον λένε με όποιο όνομα φανταστείς. Μπορεί να τον λένε Αλέξανδρο και να είναι υπάλληλος σε ιδιωτική εταιρία. Μπορεί να τον λένε Γιάννη και να είναι ξεναγός. Μπορεί να τον λένε Χρήστο και να γράφει τον Κεραμιδόγατο. Δεν έχει σημασία ποιο είναι το όνομά, αλλά ποιανού είναι το όνομα. Κι ο τίτλος τα λέει όλα…

Ελεήστε τον αόμματο

Καλοί και χρυσοί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Το σωστό να λέγεται. Και τους σέβομαι. Ήταν πραγματικά «μπροστά». Άλλη νοοτροπία. Άλλη λογική. Βέβαια, δεν είχε εφευρεθεί και ο φραπές ακόμα. Ούτε ο γύρος. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει. Οι άνθρωποι ήταν απίστευτοι. Και μου άρεσε πάντα ο τρόπος που είχαν επινοήσει τους θεούς τους. Είχαν όλοι από κάτι. Έφτιαξαν ένα μικρόκοσμο της κοινωνίας. Τα είχε όλα, όπως ακριβώς ήταν και οι ίδιοι.

Πάρε για παράδειγμα το βασικό δωδεκάθεο, χωρίς ημίθεους και άλλες κατηγορίες. Είχαν τον τσαμπουκαλή, την ελευθέρας βοσκής, τη σπιτόγατα, τον εργάτη, τον πιπινολάτρη που πριτσίνωνε ό,τι έβρισκε στο διάβα του και τη ζηλιάρα (πλην αλλ’ όμως σκύλα) γυναίκα του. Κι άμα το διευρύνεις λίγο το θέμα, απ’ όλα έχει ο μπαξές. Μέχρι και το μαυρομακρυκονταράτο. Όλα καλά (ειδικά για την Περσεφόνη). Αλλά ένα πράγμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποτέ. Γιατί ο θεός Έρωτας έπρεπε να είναι τυφλός.

Πέρα από τη γνωστή καραμέλα, πως δεν έχει, δηλαδή, σημασία ποιος/α ερωτεύεται ποιον/α (με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς), αλλά το αν ερωτεύεται ή όχι, δεν έχουμε λόγο να το κάνουμε και θέμα. Κατά την ταπεινή μου προσωπική γνώμη, ο Έρωτας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακομαθημένο κωλοπαιδαράκι που έκανε ό,τι του γούσταρε επειδή είχε τις πλάτες της Αφροδίτης. Που να είχε και τα οπίσθιά της, να δεις τι θα γινόταν.

Αλλά απ’ την άλλη, κι αυτοί οι πρόγονοί μας πως τους ήρθε και του έβαλαν και όπλο στα χέρια. Έτσι και ζούσε σήμερα ο φτερωτός θεός και πήγαινε να βγάλει άδεια οπλοφορίας, θα γύρναγε με φουλ αναπηρική σύνταξη. Σίγουρα είναι πάνω από το 65% (τόσο δεν είναι το όριο;). Είναι σα να πιάνεις ένα πιτσιρίκι με μυωπία και να του δίνεις σφεντόνα. Ξέρεις ότι δε θα μείνει τζάμι για τζάμι απ’ όπου περάσει.

Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, αν ζούσε σήμερα ο θεός Έρωτας, θα είχε σπόνσορα καμία εταιρία οπτικών. Πάλι θα έχανε το νόημά του. Νομίζω ότι η ιδανική περίπτωση θα ήταν απλά να έχει αστιγματισμό. Να βλέπει και που πάει τουλάχιστον. Γιατί αυτό τα αρχαία κείμενα δεν το διευκρινίζουν. Καλά να μη βλέπει που ρίχνει τα βέλη του. Αλλά έβλεπε που πήγαινε; Ήξερε που είχε κόσμο; Ή όπου άκουγε φωνές έριχνε αβέρτα τα βέλη του; Όπως κάνουν καλή ώρα κάτι κυβερνήσεις…

Γιατί αν το έκανε έτσι, εξηγούνται πολλά πράγματα. Πετάει το μικρό, έχει και το τόξο οπλισμένο κι έτοιμο για όπου ακούσει βαβούρα. Ακούει και μία φωνή, «Εδώ είμαστε» σου λέει. Δεν ξέρει που σημαδεύει, δεν ξέρει τι σημαδεύει, ρίχνει… Και εγένετω η κτηνοβασία. Γιατί εκεί που έριξε ήταν ο τσοπάνης με τα πρόβατα. (Και το τσοπανόσκυλο). Ο τσοπάνης ερωτεύεται μία προβατίνα, ο προβατίνος πέφτει απ’ τον γκρεμό γιατί ήταν τρελός και παλαβός με τον τσοπάνη και το τσοπανόσκυλο άλλο που δεν ήθελε, να πάρει καμία μέρα ρεπό.

Υπάρχει και αυτό. Άλλος ερωτεύεται, άλλος περνάει καλά. Μπορεί ο τυχερός να μην είναι το τσοπανόσκυλο, αλλά πάντα κάποιος βολεύεται. Ερωτεύεσαι εσύ ας πούμε και είσαι στη φάση που αγαπάς όλο τον κόσμο. Σου σκάει η ξανθιά από πίσω επειδή κοίταγε το κραγιόν αντί για το φανάρι και σε μία κρίση αλτρουισμού και μεγαλοψυχίας την αφήνεις να φύγει. Και εκτός από τις λοιπές παρενέργειες του έρωτος αυτού καθ’ εαυτού, έχεις και τον προφυλακτήρα στο πορτ-μπαγκάζ…

Αυτό, βέβαια, μέχρι να ανακαλύψεις ότι το αντικείμενο του πόθου σου όντως παντρεύεται τον άλλο μήνα και δεν το έλεγε για να σου κάνει τη δύσκολη. Μετά βέβαια είναι αργά. Μάταια ψάχνεις να βρεις ποια είναι η ξανθιά, με αμάξι-μπρελόκ, που φτιάχνει το μακιγιάζ οδηγώντας. Ο καθένας από εμάς ξέρεις τουλάχιστον τρεις τέσσερις τέτοιες. Τι να σου πω; Ας πρόσεχες. Αφού σου χάλασε τον προφυλακτήρα, να ανταλλάζατε στοιχεία τουλάχιστον. Μπορεί τελικά να καταλήγατε να αλλάζετε και στάσεις. Δεν είναι απαραίτητο να γινόταν δήλωση.

Δε βαριέσαι. Έτσι είναι ο Έρωτας. Πότε ερωτεύεσαι εσύ και περνάει καλά άλλος, πότε ερωτεύεται ο άλλος και περνάει καλά πάλι αυτός. Άδικη η ζωή αγαπητέ μου Γουότσον. Θα έπρεπε να το ξέρεις μέχρι τώρα. Άδικη και γεμάτη αντιφάσεις. Και μιας και είπα για αντιφάσεις. Έχω μία ερώτηση. Αν υπήρχε «αλεξίβελο» γιλέκο. Θα το φοράγαμε;

Φωτο: από το δίκτυο

1/1/2006. Ξημέρωμα...

Ή αλλιώς, Ωδή στη Θηλυκότητα. Πάρε μια υποθετική περίπτωση. Το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς σε βρίσκει σε μια εκλεκτή μπουζουκλερί της πόλης σου. Τουμπερλεκάδικο αν προτιμάς. Η εικόνα είναι λίγο πολύ γνωστή. Οι καλλιτέχνες δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό στην πίστα, οι πελάτες δίνουν τα καλύτερά τους πενηντάρικα στο μαγαζί, το αλκοόλ ρέει άφθονο και αρκετές Α.Υ. τα δίνουν όλα γενικώς. (Όπου Α.Υ. βάλε Αιθέριες Υπάρξεις).

Σε ένα τόσο μεγάλο χώρο είναι πολλές. Και όλες είναι εκεί για τον ίδιο σκοπό που είσαι κι εσύ. Για να διασκεδάσουν. Ρίχνεις μια ματιά γύρω σου. Τα πρόσωπα φωτίζονται αχνά από τους προβολείς της πίστας. Είναι όμορφο. Τόσα βλέμματα στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση. Αν τα κοιτάξεις προσεκτικά μπορείς να μαντέψεις μια μικρή σκέψη που το καθένα τους κρύβει.

«Άντε, πότε θα αρχίσουν τα ωραία να χορέψουμε;» ... «Τι να τον κάνω που δεν ήθελε να έρθει; Εγώ θα περάσω καλά έτσι κι αλλιώς» ... «Tο όριο για το αλκοτέστ, τελικά, είναι ενάμισι ποτήρι ή ενάμισι μπουκάλι;» ... «Πόσο θα ήθελα να ήταν κι αυτή εδώ» ... «Έσβησα το θερμοσίφωνα φεύγοντας;» ... «Ελπίζω να μη με ζαλίσει αύριο που φόρεσα κοντή φούστα» ... «Θεέ μου είναι πανέμορφη. Σήμερα πρέπει να της μιλήσω όπως και να ‘χει» ...

Η νύχτα προχωράει και η ατμόσφαιρα αρχίζει να ηλεκτρίζεται. Το πρόγραμμα εξελίσσεται. Από τα ακουστικά κομμάτια, περνάει στα χορευτικά. Στην αρχή δεν υπάρχει καμία κίνηση. Σιγά-σιγά, όμως, το κέφι κερδίζει. Οι καρέκλες αδειάζουν και γεμίζει η πίστα μαζί με τους διαδρόμους και τα τραπέζια. Είναι ωραίο να ζεις στην Ελλάδα τελικά.

Ανατολίτικες μελωδίες και τα ταξίμια διαδέχονται το ένα το άλλο. Η βραδιά ομορφαίνει ολοένα και περισσότερο. Παρέες χορεύουν και η διάθεσή τους παρασέρνει και σένα. Όσο περνάει η ώρα τις βλέπεις και ξεχωρίζουνε. Είναι τόσες πολλές, που νομίζεις πως είσαι σε ένα περίεργο ιερό θηλυκότητας και αποπλάνησης.
Κάθε μία τους μπορεί να προκαλέσει όλα τα μάτια πάνω της. Το ξέρει; Το ζητάει; Τη νοιάζει; Αναρωτιέσαι που είναι τελικά το πραγματικό θέαμα. Στην πίστα ή σε όλο τον υπόλοιπο χώρο;

Λικνίζονται μαζί στο ρυθμό, και η κίνησή τους γίνεται κύμα που πλημμυρίζει το μαγαζί. Δεν είναι όλες το ίδιο καλές, κάποιες ξεχωρίζουν, όπως και να το κάνεις. Πες το ταλέντο, πες το εξάσκηση. Ό,τι και να ‘ναι πάντως, κάνει τη διαφορά.
Τότε απλά συμβαίνει. Τα τραγούδια έχουν αλλάξει λίγο. Οι ρυθμοί έχουν πέσει.

Κάτι σε σπρώχνει να γυρίσεις και να κοιτάξεις αλλού. Μακρυά από το κέντρο της προσοχής, εκεί που δεν πέφτουν τα φώτα της σκηνής. Τη βλέπεις. Η μελωδία είναι πιο αργή, βαριά και αργόσυρτη. Λικνίζεται στο ρυθμό της. Η κίνησή της έχει γίνει κι αυτή αργή, βασανιστική, σχεδόν νωχελική. Δε χορεύει απλά. Νιώθει. Κάθε της κίνηση, κάθε της ανάσα εναρμονίζεται με τη μουσική. Μαγνητίζει το βλέμμα σου. Και να θες να κοιτάξεις αλλού δεν μπορείς.

Μια περίεργη αίσθηση σε γεμίζει. Είναι σα να αλλάζει ο χρόνος. Τα δευτερόλεπτα χτυπάνε, μόνο σε κάθε της λίκνισμα. Σε κάθε κυματισμό του κορμιού της. Κοιτάς μαγεμένος, όπως μπροστά σε ένα μοναδικό έργο τέχνης. Αυτή συνεχίζει να χορεύει με τα μάτια κλειστά, αγνοώντας, ίσως, τον αισθησιασμό που αποπνέει. Τη θαυμάζεις όπως ένα όμορφο ανοιξιάτικο λουλούδι. Αρκετά κοντά για να μπορέσεις να εκτιμήσεις κάθε λεπτομέρεια, αρκετά μακρυά, όμως, για να μην μπεις στον πειρασμό να το κόψεις.

Συνεπαρμένος από τη μυσταγωγία του χορού της, ελπίζεις να αργήσει να τελειώσει. Όσο κι αν κρατήσει άλλωστε, θα είναι λίγο. Δε θα σου αρκεί. Γι αυτό απολαμβάνεις τη στιγμή. Μπορεί σε έναν, ακριβώς, χρόνο από τώρα να είναι μια άλλη στη θέση της. Μπορεί να ξαναζείς την ίδια μαγεία με άλλους πρωταγωνιστές. Μέχρι τότε όμως...

Καλή χρονιά, όποια και να ‘σαι...

Στη φωτογραφία: Η Μελίνα Ασλανίδου στην παράσταση "R U sik enough" στο Σταυρό του Νότου. Τραβήχτηκε το Φεβρουάριο του 2008 στην πρόβα τζενεράλε.

Εν αρχή ήν η αρχή


Και η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Άρα αυτή τη στιγμή διαθέτω το 50% αυτού. (Του παντός ντε...). Επίσης διαθέτω και κάποια έτοιμα κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στο διαδικτυακό περιοδικό gatadotis.gr και με αυτά λέω να αρχίσω. Άρα αυτό δίνει και ένα παραπάνω ποσοστό του παντός, ας πούμε 1%. Η κρίσιμη ερώτηση είναι: Με το υπόλοιπο 49% τί γίνεται;

Για να μην το κουράζουμε το θέμα -αρχή γαρ έστιν- να πούμε απλά ότι εδώ θα μπαίνει ό,τι μπορεί να περάσει από το μυαλό ενός νέου ανθρώπου. Διατυπωμένο και ενίοτε ορθογραφημένο. Θες να το πεις κουβεντούλα; Θες να το πεις εντελώς δική μου ψυχανάληση; Ιτς Όου Κέι γουίθ μι. Και στις δύο περιπτώσεις, λίγη παρέα θα μου ήταν χρήσιμη.

Καλή μας διασκέδαση.